- εὐνομίη
- εὐ-νομίη (νόμος): good order, obedience to laws, Od. 17.487†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
Εὐνομίη — fem nom/voc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίῃ — Εὐνομίη fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εὐνομίη — εὐνομία good order fem nom/voc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εὐνομίῃ — εὐνομία good order fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίηι — Εὐνομίῃ , Εὐνομίη fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίαις — Εὐνομίη fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εὐνομίηι — εὐνομίῃ , εὐνομία good order fem dat sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίην — Εὐνομίη fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίης — Εὐνομίη fem gen sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίῃσι — Εὐνομίη fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Εὐνομίῃσιν — Εὐνομίη fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)